ουσιοκρατία
•
- θρησκείαη υπερτόνιση της αξίας της απρόσωπης ουσίας του θεού (θείες ιδιότητες· πχ θεία προΰπαρξη, το άτμητον, το αέναον κα) έναντι του προσώπου του (νόηση, ενσυναίσθηση, ηθολογία κα) Βικιλεξικό
- η πίστη της εγγενούς προΰπαρξης σκοπού, ταλέντου, ιδιότητας στο κάθε τι Βικιλεξικό
- η μη αποδοχή στο ότι η μετεξέλιξη υλικού ή προσώπου δύναται να μεταβάλει τις πρωταρχικές του ιδιότητες
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουσιοκρατία | ουσιοκρατίες |
| Γενική | ουσιοκρατίας | ουσιοκρατιών |
| Αιτιατική | ουσιοκρατία | ουσιοκρατίες |
| Κλητική | ουσιοκρατία | ουσιοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →