ουφάδικο
•
- προφορικόκατάστημα ψυχαγωγίας, κυρίως της νεολαίας, που διέθετε μεγάλου μεγέθους κονσόλες ηλεκτρονικών παιχνιδιών και βιντεοπαιχνιδιών Βικιλεξικό
- Τη δεκαετία του '80 δεν υπήρχε internet και internet café. Οι υπολογιστές ήταν πανάκριβοι, όπως και οι κονσόλες παιχνιδιών. Τα μοναδικά μέρη, που μπορούσαν οι έφηβοι να διασκεδάσουν με παιχνίδια «προηγμένης τεχνολογίας», ήταν τα αποκαλούμενα «ουφάδικα», ή «ηλεκτρονικά». Μικρά μαγαζιά, γεμάτα με τεράστια κουτιά, στα οποία έριχνες τάλιρο ή δεκάρικο και έπαιζες Pacman, Space Invaders, Bubble Bobble, Tetris, Puzzle Bubble, Arkanoid, Phoenix, 1942, Nibbler (φιδάκι), κ.ά.
Ετυμολογία
ουφάδικο < ούφ(ο) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουφάδικο | ουφάδικα |
| Γενική | ουφάδικου | ουφάδικων |
| Αιτιατική | ουφάδικο | ουφάδικα |
| Κλητική | ουφάδικο | ουφάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →