Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οφίτης

/oˈfi.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ορυκτολογίαο σερπεντίνης λίθος Βικιλεξικό
    • Ο σερπεντίνης ή οφίτης οφείλει το όνομά του στη μορφή των διαφόρων φλεβών (νερών) που διασχίζουν τη μάζα του. Αποτελείται απο διάφορα ορυκτά, απο τα οποία το κυριότερο είναι το ομώνυμο οφίτης (ένυδρο βασικό πυριτικό μαγνήσιο).

Ετυμολογία

οφίτης < αρχαία ελληνική ὀφίτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοφίτηςοφίτες
Γενικήοφίτηοφιτών
Αιτιατικήοφίτηοφίτες
Κλητικήοφίτηοφίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →