οφίτικα
•
- γλώσσαγλωσσική ποικιλία της ποντιακής διαλέκτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οφίτικα < περιοχή Όφι (ή Όφη) του Πόντου (στη βoρειoανατολική ακτή της Μικράς Ασίας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οφίτικα | οφίτικα |
| Γενική | — | οφίτικων |
| Αιτιατική | — | οφίτικα |
| Κλητική | — | οφίτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →