οφθαλμολογικός
•
- σχετικός με την οφθαλμολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οφθαλμολογικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οφθαλμολογικός | οφθαλμολογική | οφθαλμολογικό |
| Γενική | οφθαλμολογικού | οφθαλμολογικής | οφθαλμολογικού |
| Αιτιατική | οφθαλμολογικό | οφθαλμολογική | οφθαλμολογικό |
| Κλητική | οφθαλμολογικέ | οφθαλμολογική | οφθαλμολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οφθαλμολογικοί | οφθαλμολογικές | οφθαλμολογικά |
| Γενική | οφθαλμολογικών | οφθαλμολογικών | οφθαλμολογικών |
| Αιτιατική | οφθαλμολογικούς | οφθαλμολογικές | οφθαλμολογικά |
| Κλητική | οφθαλμολογικοί | οφθαλμολογικές | οφθαλμολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →