Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οφιόδηκτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου τον έχει τσιμπήσει φίδι, που τον έχει δαγκώσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οφιόδηκτος < ελληνιστική κοινή ὀφιόδηκτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοφιόδηκτοςοφιόδηκτηοφιόδηκτο
Γενικήοφιόδηκτουοφιόδηκτηςοφιόδηκτου
Αιτιατικήοφιόδηκτοοφιόδηκτηοφιόδηκτο
Κλητικήοφιόδηκτεοφιόδηκτηοφιόδηκτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοφιόδηκτοιοφιόδηκτεςοφιόδηκτα
Γενικήοφιόδηκτωνοφιόδηκτωνοφιόδηκτων
Αιτιατικήοφιόδηκτουςοφιόδηκτεςοφιόδηκτα
Κλητικήοφιόδηκτοιοφιόδηκτεςοφιόδηκτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →