οφτός
•
- ο ψητός, ο ψημένος (κυρίως για ψητά φαγητά) Βικιλεξικό
- Συγκεκριμένα, στα Δωδεκάνησα το οφτό αρνί είναι γεμιστό που ψήνεται για ώρες στο φούρνο. (kathimerini.gr, 2010)
- ουσιαστικοποιημένοτο οφτό: είδος ψητού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οφτός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀφτός < αρχαία ελληνική ὀπτός με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης /pt/ > /ft/ - συγκρίνετε με το οπτός
Άλλοι τύποι
ν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →