οχ
•
- προφορικόχρησιμοποιείται, για να δηλωθεί πόνος (σωματικός ή ψυχικός), στενοχώρια, δυσφορία κ.λπ. Βικιλεξικό
- Οχ, το κεφάλι μου!
Ετυμολογία
οχ < μεσαιωνική ελληνική οχ < ηχομιμητική λέξη (από τον ήχο του αναστεναγμού)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →