οχετός
•
- γενικότεραο αγωγός, κυρίως κάτω από το έδαφος, που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά βρόμικου νερού Βικιλεξικό
- μεταφορικάπλήθος αθυροστομιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οχετός < αρχαία ελληνική ὀχετός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οχετός | οχετοί |
| Γενική | οχετού | οχετών |
| Αιτιατική | οχετό | οχετούς |
| Κλητική | οχετέ | οχετοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →