οχιά
•
- φίδι(Vipera ammodytes) είδος μεσαίου μεγέθους δηλητηριώδους φιδιού με τριγωνικό κεφάλι και γκρίζο, καφέ ή κοκκινωπό χρώμα και μια σκουρόχρωμη τεθλασμένη γραμμή στη ράχη. Λέγεται επίσης έχιδνα και όχεντρα Βικιλεξικό
- Μέχρι το 1981 περίπου, ίσχυε στην Ελλάδα η επικήρυξη «της οχιάς» – γενικά , χωρίς διάκριση ή αναφορά σε κάποιο από τα 5 είδη οχιάς που συναντώνται στη χώρα μας και για κάθε κεφάλι οχιάς η αρμόδια... (Η Φύσις: Δελτίον Ελληνικής Εταιρίας Προστασίας της Φύσεως, 1990, σελ. 10)
- μεταφορικάάνθρωπος που λέει κακίες εις βάρος άλλων, ερήμην τους Βικιλεξικό
- αυτή η οχιά που έχεις μες στο σπίτι σου, σε έχει βάλει και τσακώνεσαι με τον κόσμο χωρίς λόγο
Ετυμολογία
οχιά < ἔχις, με κάποια επίδραση του ὄφις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οχιά | οχιές |
| Γενική | οχιάς | οχιών |
| Αιτιατική | οχιά | οχιές |
| Κλητική | οχιά | οχιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →