οχλοκρατικός
•
- πολιτικήπου έχει σχέση με την οχλοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οχλοκρατικός < οχλοκρατία + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ochlocratic / ochlocratical)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οχλοκρατικός | οχλοκρατική | οχλοκρατικό |
| Γενική | οχλοκρατικού | οχλοκρατικής | οχλοκρατικού |
| Αιτιατική | οχλοκρατικό | οχλοκρατική | οχλοκρατικό |
| Κλητική | οχλοκρατικέ | οχλοκρατική | οχλοκρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οχλοκρατικοί | οχλοκρατικές | οχλοκρατικά |
| Γενική | οχλοκρατικών | οχλοκρατικών | οχλοκρατικών |
| Αιτιατική | οχλοκρατικούς | οχλοκρατικές | οχλοκρατικά |
| Κλητική | οχλοκρατικοί | οχλοκρατικές | οχλοκρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →