οχλοκρατούμαι
•
- σπάνιουφίσταμαι οχλοκρατία, χειραγωγούμαι από όχλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οχλοκρατούμαι < ελληνιστική κοινή ὀχλοκρατέομαι < ὀχλοκρατία < αρχαία ελληνική ὄχλος + κράτος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →