Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οχταπλός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο Βικιλεξικό
  2. πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο Βικιλεξικό
  3. οχταπλάσιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οχταπλός < (ελληνιστική κοινή) ὀκταπλοῦς, μορφολογικά αναλύεται οχτα- + -πλός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοχταπλόςοχταπλήοχταπλό
Γενικήοχταπλούοχταπλήςοχταπλού
Αιτιατικήοχταπλόοχταπλήοχταπλό
Κλητικήοχταπλέοχταπλήοχταπλό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοχταπλοίοχταπλέςοχταπλά
Γενικήοχταπλώνοχταπλώνοχταπλών
Αιτιατικήοχταπλούςοχταπλέςοχταπλά
Κλητικήοχταπλοίοχταπλέςοχταπλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →