οχυρό
•
- οχυρωμένο φρούριο ή θέση, απ’ όπου αμύνονται οι αμυνόμενοι Βικιλεξικό
- Η καστροπολιτεία του Γερακίου είναι στην ενδοχώρα της επαρχίας Μονεμβασίας, ενώ το οχυρό της Ζαραφώνας αποτελεί συνοριακό φυλάκιο, δορυφορικό του σαφώς σημαντικότερου Γερακίου. […] Η Καστάνιτσα ήταν οχυρωμένη καστροπολιτεία με κάστρο και πύργο που ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου και χτίστηκε από τους Βυζαντινούς ήδη από τον 14ο αιώνα.
- μεταφορικάοποιοσδήποτε ή οτιδήποτε αντιστέκεται σθεναρά σε κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οχυρό < μεσαιωνική ελληνική ὀχυρόν < αρχαία ελληνική ὀχυρά, ουδέτερο του ὀχυρός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οχυρό | οχυρά |
| Γενική | οχυρού | οχυρών |
| Αιτιατική | οχυρό | οχυρά |
| Κλητική | οχυρό | οχυρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →