Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οχυρό

/o.çiˈɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οχυρωμένο φρούριο ή θέση, απ’ όπου αμύνονται οι αμυνόμενοι Βικιλεξικό
    • Η καστροπολιτεία του Γερακίου είναι στην ενδοχώρα της επαρχίας Μονεμβασίας, ενώ το οχυρό της Ζαραφώνας αποτελεί συνοριακό φυλάκιο, δορυφορικό του σαφώς σημαντικότερου Γερακίου. […] Η Καστάνιτσα ήταν οχυρωμένη καστροπολιτεία με κάστρο και πύργο που ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου και χτίστηκε από τους Βυζαντινούς ήδη από τον 14ο αιώνα.
  2. μεταφορικάοποιοσδήποτε ή οτιδήποτε αντιστέκεται σθεναρά σε κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οχυρό < μεσαιωνική ελληνική ὀχυρόν < αρχαία ελληνική ὀχυρά, ουδέτερο του ὀχυρός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοχυρόοχυρά
Γενικήοχυρούοχυρών
Αιτιατικήοχυρόοχυρά
Κλητικήοχυρόοχυρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →