οχυρώνω
•
- προετοιμάζω μια πόλη ή τοποθεσία απέναντι σε εχθρική επίθεση χτίζοντας ένα τείχος, οχυρό ή παίρνοντας άλλα αμυντικά μέτρα Βικιλεξικό
- γενικότεραενισχύω την άμυνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οχυρώνω < αρχαία ελληνική ὀχυρόω / ὀχυρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οχυρώνω | οχυρώνεις | οχυρώνει | οχυρώνουμε | οχυρώνετε | οχυρώνουν / οχυρώνουνε |
| Παρατατικός | οχύρωνα | οχύρωνες | οχύρωνε | οχυρώναμε | οχυρώνατε | οχυρώναν / οχυρώνανε / οχύρωναν |
| Αόριστος | οχύρωσα | οχύρωσες | οχύρωσε | οχυρώσαμε | οχυρώσατε | οχυρώσαν / οχυρώσανε / οχύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα οχυρώνω / θα οχυρώσω | θα οχυρώνεις / θα οχυρώσεις | θα οχυρώνει / θα οχυρώσει | θα οχυρώνουμε / θα οχυρώσουμε | θα οχυρώνετε / θα οχυρώσετε | θα οχυρώνουν / θα οχυρώνουνε / θα οχυρώσουν / θα οχυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω οχυρώσει | έχεις οχυρώσει | έχει οχυρώσει | έχουμε οχυρώσει | έχετε οχυρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οχυρώσει | είχες οχυρώσει | είχε οχυρώσει | είχαμε οχυρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οχυρώσει / να οχυρώνω / να οχυρώσω | να έχεις οχυρώσει / να οχυρώνεις / να οχυρώσεις | να έχει οχυρώσει / να οχυρώνει / να οχυρώσει | να έχουμε οχυρώσει / να οχυρώνουμε / να οχυρώσουμε | να έχετε οχυρώσει / να οχυρώνετε / να οχυρώσετε | να οχυρώνουν / να οχυρώνουνε / να οχυρώσουν / να οχυρώσουνε |
| Προστακτική | — | οχύρωνε / οχύρωσε | — | — | οχυρώνετε / οχυρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →