Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οψιμαθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μορφώθηκε αργά, σε προχωρημένη ηλικία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οψιμαθής < αρχαία ελληνική ὀψιμαθής < ὀψέ / ὄψι + μανθάνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοψιμαθήςοψιμαθήςοψιμαθές
Γενικήοψιμαθούςοψιμαθούςοψιμαθούς
Αιτιατικήοψιμαθήοψιμαθήοψιμαθές
Κλητικήοψιμαθή / οψιμαθήςοψιμαθήςοψιμαθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοψιμαθείςοψιμαθείςοψιμαθή
Γενικήοψιμαθώνοψιμαθώνοψιμαθών
Αιτιατικήοψιμαθείςοψιμαθείςοψιμαθή
Κλητικήοψιμαθείςοψιμαθείςοψιμαθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →