οψιμότερος
•
- συγκριτικός βαθμός του όψιμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οψιμότερος < όψιμ(ος) + -ότερος. Δείτε και τον ελληνιστικό συγκριτικό βαθμό ὀψιμώτερος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οψιμότερος | οψιμότερη | οψιμότερο |
| Γενική | οψιμότερου | οψιμότερης | οψιμότερου |
| Αιτιατική | οψιμότερο | οψιμότερη | οψιμότερο |
| Κλητική | οψιμότερε | οψιμότερη | οψιμότερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οψιμότεροι | οψιμότερες | οψιμότερα |
| Γενική | οψιμότερων | οψιμότερων | οψιμότερων |
| Αιτιατική | οψιμότερους | οψιμότερες | οψιμότερα |
| Κλητική | οψιμότεροι | οψιμότερες | οψιμότερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →