ούλτιμος
•
- ιδιωματικότελευταίος Βικιλεξικό
- Ο Γιούγκερμαν παραδέχτηκε ενδόμηχα πως το ποσό ήταν πολύ καλό. Έκανε όμως ένα ούλτιμο κόλπο.
- Είτα έστρώθη εις το καπηλείον, έκάπνισεν αργά το τσιγάρον του, και διέταξε να του βάλη «το ούλτιμο». Ο κάπηλος του το έβαλεν. Ο μπάρμπα- Νίκας το έρρόφησε.
Ετυμολογία
ούλτιμος < ιταλική ultimo
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ούλτιμος | ούλτιμη | ούλτιμο |
| Γενική | ούλτιμου | ούλτιμης | ούλτιμου |
| Αιτιατική | ούλτιμο | ούλτιμη | ούλτιμο |
| Κλητική | ούλτιμε | ούλτιμη | ούλτιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ούλτιμοι | ούλτιμες | ούλτιμα |
| Γενική | ούλτιμων | ούλτιμων | ούλτιμων |
| Αιτιατική | ούλτιμους | ούλτιμες | ούλτιμα |
| Κλητική | ούλτιμοι | ούλτιμες | ούλτιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →