Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ούλτιμος

/ˈul.ti.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικότελευταίος Βικιλεξικό
    • Ο Γιούγκερμαν παραδέχτηκε ενδόμηχα πως το ποσό ήταν πολύ καλό. Έκανε όμως ένα ούλτιμο κόλπο.
    • Είτα έστρώθη εις το καπηλείον, έκάπνισεν αργά το τσιγάρον του, και διέταξε να του βάλη «το ούλτιμο». Ο κάπηλος του το έβαλεν. Ο μπάρμπα- Νίκας το έρρόφησε.

Ετυμολογία

ούλτιμος < ιταλική ultimo

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήούλτιμοςούλτιμηούλτιμο
Γενικήούλτιμουούλτιμηςούλτιμου
Αιτιατικήούλτιμοούλτιμηούλτιμο
Κλητικήούλτιμεούλτιμηούλτιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήούλτιμοιούλτιμεςούλτιμα
Γενικήούλτιμωνούλτιμωνούλτιμων
Αιτιατικήούλτιμουςούλτιμεςούλτιμα
Κλητικήούλτιμοιούλτιμεςούλτιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →