ούμπαλο
•
- «τα ούμπαλα» οι όρχεις Βικιλεξικό
- Μας έχει πρήξει/ζαλίσει/σπάσει τα ούμπαλα με τις χαζομάρες που λέει και γράφει συνέχεια.
Ετυμολογία
ούμπαλο < πιθανότατα από το καρούμπαλο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ούμπαλο | ούμπαλα |
| Γενική | ούμπαλου | ούμπαλων |
| Αιτιατική | ούμπαλο | ούμπαλα |
| Κλητική | ούμπαλο | ούμπαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →