Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ούτε

/ˈu.te/σύνδεσμος
•
  1. συνδέει παρατακτικά δύο όρους (λέξεις, προτάσεις) σε μια αρνητική, αποφατική πρόταση Βικιλεξικό
    • Δεν μιλάω ούτε γαλλικά, ούτε γερμανικά. Μόνο αγγλικά
  2. εμφατικόμε το και Βικιλεξικό
    • Δε θα τους ειδοποιήσω πως δε θα πάω, ούτε και θα τηλεφωνήσω
  3. εμφατικόμε το καν Βικιλεξικό
    • Ούτε καν μου πέρασε απ' το μυαλό τέτοιο πράγμα.
  4. εμφατικόμε επανάληψη και δύο αντίθετες έννοιες (δείτε Βικιλεξικό
    • Φρακάραμε στο μποτιλιάρισμα. Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Ακινησία.
  5. καθόλου Βικιλεξικό
    • ούτε μια στιγμή, ούτ' ένα λεπτό

Ετυμολογία

ούτε < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική οὔτε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →