ούτε
•
- συνδέει παρατακτικά δύο όρους (λέξεις, προτάσεις) σε μια αρνητική, αποφατική πρόταση Βικιλεξικό
- Δεν μιλάω ούτε γαλλικά, ούτε γερμανικά. Μόνο αγγλικά
- εμφατικόμε το και Βικιλεξικό
- Δε θα τους ειδοποιήσω πως δε θα πάω, ούτε και θα τηλεφωνήσω
- εμφατικόμε το καν Βικιλεξικό
- Ούτε καν μου πέρασε απ' το μυαλό τέτοιο πράγμα.
- εμφατικόμε επανάληψη και δύο αντίθετες έννοιες (δείτε Βικιλεξικό
- Φρακάραμε στο μποτιλιάρισμα. Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Ακινησία.
- καθόλου Βικιλεξικό
- ούτε μια στιγμή, ούτ' ένα λεπτό
Ετυμολογία
ούτε < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική οὔτε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →