πάγουρος
•
- λαϊκόο κάβουρας, το καβούρι Βικιλεξικό
- επίσημη ονομασία για ορισμένα είδη καρκινοειδών της θάλασσας, που ζουν μέσα σε άδεια όστρακα μαλακίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πάγουρος < αρχαία ελληνική πάγουρος : για τη σύγχρονη επιστημονική ορολογία: (σημασιολογικό δάνειο) νεολατινική pagurus < λατινική pagurus < αρχαία ελληνική πάγουρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάγουρος | πάγουροι |
| Γενική | πάγουρου / παγούρου | πάγουρων / παγούρων |
| Αιτιατική | πάγουρο | πάγουρους / παγούρους |
| Κλητική | πάγουρε | πάγουροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →