πάγρα
•
- ιδιωματικόπαγωνιά, πάχνη, η υγρασία (δροσιά) του χιονιού Βικιλεξικό
- Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824- 1879), Φωτεινός, Άσμα Δεύτερο, στίχοι 198-200 @greek-language.gr
- […] Βλέπεις, μ’ αυτά τα χιόνια πώς μου φλογίστηκε η πληγή; Τώρα μαθαίνω ότ’ έχει πατέρα ο Χάρος το Βοριά και μάνα του την πάγρα…
- ιδιωματικόκρούστα που σχηματίζεται στην επιφάνεια υγρών, όπως λ.χ. το ξίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πάγρα < πάγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάγρα | πάγρες |
| Γενική | πάγρας | παγρών |
| Αιτιατική | πάγρα | πάγρες |
| Κλητική | πάγρα | πάγρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →