πάει αγκαζέ με
•
- μεταφορικάκάποιος ή κάτι συνοδεύεται ή συνδέεται με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- η χαρά πάει αγκαζέ με τη λύπη
Ετυμολογία
πάει αγκαζέ με < → δείτε τις λέξεις πάω, αγκαζέ και με
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →