πάκτωνας
•
- βάρκα τετράγωνου σχήματος χωρίς τρόπιδα που χρησιμοποιείται στον καθαρισμό και στο βάψιμο ενός μεγαλύτερου πλοίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πάκτωνας < ελληνιστική κοινή πάκτων < αρχαία ελληνική πακτῶ / πακτόω < πακτός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάκτωνας | πάκτωνες |
| Γενική | πάκτωνα | πακτώνων |
| Αιτιατική | πάκτωνα | πάκτωνες |
| Κλητική | πάκτωνα | πάκτωνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →