Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάλαι ποτέ

φράση
•
  1. παλιότερος, που αναφέρεται σε κάποια παλιότερη εποχή Βικιλεξικό
    • Αυτό βέβαια δεν είναι παρά οριενταλισμός. Το ότι οι Έλληνες βρίσκονται κι αυτοί στην πάλαι ποτέ Εγγύς Ανατολή, δεν τους εμποδίζει να κάνουν εξωτισμό προς την Αίγυπτο—έστω κι αν οι Έλληνες στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν πολλά-πολλά για την Αίγυπτο, και καταλήγουν να αντλούν από το κοινό τους οθωμανικό παρελθόν, για να πουν το παραμικρό γι’ αυτήν. (Ο Καζαντζίδης χώνει στον στίχο του τραγουδιού τις τουρκικές λέξεις με τη σέσουλα.) Ήταν της μόδας τέτοιος εξωτισμός στις δεκαετίες του 50 και του 60. (Τι θα πει «γιαλελέλι»; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου), sarantakos.wordpress.com, 30/4/2025 https://sarantakos.wordpress.com/2025/04/30/nikolaou-21/#more-83173)

Ετυμολογία

→ δείτε τις λέξεις πάλαι και ποτέ : πάλαι ποτέ < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική φράση πάλαι ποτέ («κάποτε, μια φορά κι έναν καιρό»)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →