Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάλιουρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ακανθώδης θάμνος που χρησιμοποιείται και για φράχτης Βικιλεξικό
    • Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι | νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια
    • Γουλιέλμε, ἄκου ’ς τὸν πάλιουρα τὸ σφούριγμα τοῦ ἀνέμου
  2. στρατιωτική αργκόπου είναι πολύ καιρό στο στράτευμα και, συνήθως, εμπνέει σεβασμό ή φόβο λόγω «αρχαιότητας» Βικιλεξικό
    • Πιστεύεις ότι θυμάσαι τα πάντα απ’ τη θητεία σου; Θα καταφέρεις να κάνεις 10/10 στο κουίζ που ακόμα και οι πάλιουρες του στρατού χάνουν;
  3. γενικότεραπου έχει για μεγάλο χρονικό διάστημα μια ιδιότητα, που βρίσκεται πολύ καιρό σε μια υπηρεσία ή θέση και θεωρείται έμπειρος και αξιοσέβαστος εξ αυτού του γεγονότος Βικιλεξικό
    • Και όλοι μαζί, παλιός, βουλευτής, παρατρεχάμενοι και των δύο, να γελάνε και να συμφωνούν: «Πού να το καταλάβουν στην Αθήνα πώς μαζεύονται οι ψήφοι». Όποιος έχει ζήσει τις περιοδείες, όποιος έχει ακούσει τους … πάλιουρες να περηφανεύονται για τα κατορθώματά τους στα … νεούδια μπορεί να αναγνωρίσει τους χαρακτήρες του Δούκα και του Λιβανού, όταν ο πρώτος καυχιέται πως μετά τις πυρκαγιές της Ηλείας το 2007 πήρε τις ψήφους κρατώντας τις σακούλες με τα λεφτά.

Ετυμολογία

πάλιουρας < παλίουρος (rhamus paliurus) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπάλιουραςπάλιουρες
Γενικήπάλιουραπάλιουρων
Αιτιατικήπάλιουραπάλιουρες
Κλητικήπάλιουραπάλιουρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →