πάλος
•
- παρωχημένοπαλούκι, πάσσαλος Βικιλεξικό
- Και αφού τους πάλους διάβηκαν και το χαντάκι οπίσω / φεύγοντας κι έστρωσαν πολλούς των Δαναών οι λόγχες, / σιμά στ' αμάξια στάθηκαν του φόβου κερωμένοι, / και ο Ζευς από τες αγκαλιές εξύπνησε της Ήρας / της Ίδης εις τες κορυφές.
Ετυμολογία
πάλος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πᾶλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάλος | πάλοι |
| Γενική | πάλου | πάλων |
| Αιτιατική | πάλο | πάλους |
| Κλητική | πάλε | πάλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →