πάμμαυρος
•
- επιτατικό επίθετοσυνώνυμο του κατάμαυρος Βικιλεξικό
- πάμμαυρος Κωνασταντίνος Οικονόμου (1828). Δοκίμιον περί της πλησιεστάτης συγγενείας της σλαβονο-ρωσικής γλώσσης προς την ελληνικήν. Εν Πετρουπόλει, 1828. σελ.387
Ετυμολογία
πάμμαυρος < (παν-) πάμ- + μαύρος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πάμμαυρος | πάμμαυρη | πάμμαυρο |
| Γενική | πάμμαυρου | πάμμαυρης | πάμμαυρου |
| Αιτιατική | πάμμαυρο | πάμμαυρη | πάμμαυρο |
| Κλητική | πάμμαυρε | πάμμαυρη | πάμμαυρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πάμμαυροι | πάμμαυρες | πάμμαυρα |
| Γενική | πάμμαυρων | πάμμαυρων | πάμμαυρων |
| Αιτιατική | πάμμαυρους | πάμμαυρες | πάμμαυρα |
| Κλητική | πάμμαυροι | πάμμαυρες | πάμμαυρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →