Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάμφωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φωτισμένος με πάρα πολλά φώτα Βικιλεξικό
    • Η ανάμνηση της μεγάλης πόλης του κόσμου, της πάμφωτης δε φέρνει αυτή τη στιγμή τίποτα απ' τη μαγεία της. (Ηλίας Βενέζης Ο ληστής Πάντζο Βίλλα (1954) [διήγημα])

Ετυμολογία

πάμφωτος < παν- + φως

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπάμφωτοςπάμφωτηπάμφωτο
Γενικήπάμφωτουπάμφωτηςπάμφωτου
Αιτιατικήπάμφωτοπάμφωτηπάμφωτο
Κλητικήπάμφωτεπάμφωτηπάμφωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπάμφωτοιπάμφωτεςπάμφωτα
Γενικήπάμφωτωνπάμφωτωνπάμφωτων
Αιτιατικήπάμφωτουςπάμφωτεςπάμφωτα
Κλητικήπάμφωτοιπάμφωτεςπάμφωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →