Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάνδημος

/ˈpan.ði.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου γίνεται με την συμμετοχή όλου ή μεγάλου μέρους του λαού Βικιλεξικό
    • πάνδημος εορτασμός της εθνικής επετείου

Ετυμολογία

πάνδημος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πάνδημος. Συγχρονικά αναλύεται σε πάν- + δήμος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπάνδημοςπάνδημηπάνδημο
Γενικήπάνδημουπάνδημηςπάνδημου
Αιτιατικήπάνδημοπάνδημηπάνδημο
Κλητικήπάνδημεπάνδημηπάνδημο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπάνδημοιπάνδημεςπάνδημα
Γενικήπάνδημωνπάνδημωνπάνδημων
Αιτιατικήπάνδημουςπάνδημεςπάνδημα
Κλητικήπάνδημοιπάνδημεςπάνδημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →