πάνδημος
•
- λόγιοπου γίνεται με την συμμετοχή όλου ή μεγάλου μέρους του λαού Βικιλεξικό
- πάνδημος εορτασμός της εθνικής επετείου
Ετυμολογία
πάνδημος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πάνδημος. Συγχρονικά αναλύεται σε πάν- + δήμος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πάνδημος | πάνδημη | πάνδημο |
| Γενική | πάνδημου | πάνδημης | πάνδημου |
| Αιτιατική | πάνδημο | πάνδημη | πάνδημο |
| Κλητική | πάνδημε | πάνδημη | πάνδημο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πάνδημοι | πάνδημες | πάνδημα |
| Γενική | πάνδημων | πάνδημων | πάνδημων |
| Αιτιατική | πάνδημους | πάνδημες | πάνδημα |
| Κλητική | πάνδημοι | πάνδημες | πάνδημα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →