πάνθεο
•
- θρησκείατο σύνολο των θεών μιας θρησκείας Βικιλεξικό
- Το ελληνικό πάνθεο δέχθηκε εκείνη την εποχή περισσότερους ξένους θεούς από ό,τι ποτέ άλλοτε... Από την άλλη πλευρά, οι βάρβαροι όχι μόνο δέχθηκαν και αυτοί τους θεούς των Ελλήνων, αλλά και συγχώνευσαν πολλούς από τους δικούς τους θεούς με τους θεούς των Ελλήνων. Ήταν μια εποχή αναρχικού συγκρητισμού. (Αναστάσιος-Φοίβος Χρηστίδης, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη, 2001, σελ. 542)
- θρησκείαναός αφιερωμένος σε όλους τους θεούς μιας θρησκείας Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο σύνολο των μορφών του παρελθόντος που αξίζουν τον σεβασμό μας Βικιλεξικό
- ταφικό κτήριο για μεγάλες μορφές (ενός έθνους) ή σπουδαίες προσωπικότητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πάνθεο < πάνθεον < ελληνιστική κοινή πάνθεον < αρχαία ελληνική Πάνθειον / πάνθειον, ουδέτερο του πάνθειος < πᾶς + θεῖος < θεός ((σημασιολογικό δάνειο) λατινική Ρantheum / Ρantheon & (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική panthéon)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάνθεο | πάνθεα |
| Γενική | πάνθεου / πανθέου | πάνθεων / πανθέων |
| Αιτιατική | πάνθεο | πάνθεα |
| Κλητική | πάνθεο | πάνθεα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →