πάνιασμα
•
- το αποτέλεσμα του πανιάζω, το να γίνεται κανείς άσπρος σαν πανί, το χλόμιασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πάνιασμα < πανιάζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάνιασμα | πανιάσματα |
| Γενική | πανιάσματος | πανιασμάτων |
| Αιτιατική | πάνιασμα | πανιάσματα |
| Κλητική | πάνιασμα | πανιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →