παρά
•
- με αιτιατικήυποδείχνει αντίθεση, αντιθέτως προς Βικιλεξικό
- Φόραγε γούνα παρά την αφόρητη ζέστη.
- παρά φύσιν, παρά πάσαν προσδοκίαν
- υποδείχνει κάτι λιγότερο Βικιλεξικό
- Έχω εκατό ευρώ παρά κάτι ψιλά.
- (ειδικότερα) σε εκφώνηση ώρας δείχνει πόσα λεπτά υπολείπονται για να γίνει ακριβώς
- υποδείχνει εναλλαγή ή εναλλακτική παράλειψη Βικιλεξικό
- Βάζε κάτι αλλά όχι σε όλα, κουτί παρά κουτί.
- με γενικήαπό, εκ μέρους (υποδείχνει προέλευση) Βικιλεξικό
- Ενημερώθηκαν παρά των δημοσιογράφων.
- με δοτικήκοντά, κάτω από τη δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα κάποιου Βικιλεξικό
- Υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ.
Ετυμολογία
παρά < αρχαία ελληνική παρά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →