Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρά

/paˈɾa/πρόθεση
•
  1. με αιτιατικήυποδείχνει αντίθεση, αντιθέτως προς Βικιλεξικό
    • Φόραγε γούνα παρά την αφόρητη ζέστη.
    • παρά φύσιν, παρά πάσαν προσδοκίαν
  2. υποδείχνει κάτι λιγότερο Βικιλεξικό
    • Έχω εκατό ευρώ παρά κάτι ψιλά.
    • (ειδικότερα) σε εκφώνηση ώρας δείχνει πόσα λεπτά υπολείπονται για να γίνει ακριβώς
  3. υποδείχνει εναλλαγή ή εναλλακτική παράλειψη Βικιλεξικό
    • Βάζε κάτι αλλά όχι σε όλα, κουτί παρά κουτί.
  4. με γενικήαπό, εκ μέρους (υποδείχνει προέλευση) Βικιλεξικό
    • Ενημερώθηκαν παρά των δημοσιογράφων.
  5. με δοτικήκοντά, κάτω από τη δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα κάποιου Βικιλεξικό
    • Υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ.

Ετυμολογία

παρά < αρχαία ελληνική παρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πάρα

/ˈpa.ɾa/μόριο
•
  1. επιτατικό μόριο, συνοδεύει τη λέξη πολύ Βικιλεξικό
    • Θέλω πάρα πολύ να έρθουν τα Χριστούγεννα.

Ετυμολογία

πάρα < αρχαία ελληνική παρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →