πάρεδρος
•
- αυτός που κάθεται δίπλα στη θέση κάποιου άλλου Βικιλεξικό
- ο αναπληρωτής, ο έκτακτος δημόσιος υπάλληλος Βικιλεξικό
- νομικός όροςο δικαστικός βαθμός αμέσως κατώτερος του πρωτοδίκη στην κλίμακα του σώματος των διοικητικών δικαστηρίων Βικιλεξικό
- νομικός όροςο δικαστικός βαθμός αμέσως κατώτερος του συμβούλου στην κλίμακα του σώματος των ανώτατων δικαστηρίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πάρεδρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πάρεδρος < (παρά) πάρ- + ἕδρ(α) + -ος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική assesseur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάρεδρος | πάρεδροι |
| Γενική | πάρεδρου / παρέδρου | παρέδρων |
| Αιτιατική | πάρεδρο | πάρεδρους / παρέδρους |
| Κλητική | πάρεδρε | πάρεδροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →