Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάρεξ

/ˈpa.ɾeks/πρόθεση
•
  1. λογοτεχνικόεκτός από Βικιλεξικό
    • ΠΟΙΗΤΗΣ: Ἐκατάλαβα· θέλεις νὰ ὁμιλήσουμε διὰ τὴν γλῶσσα· μήγαρις ἔχω ἄλλο στὸν νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλῶσσα; Ἐκείνη ἄρχισε νὰ πατῇ τὰ κεφάλια τὰ τούρκικα, τούτη θέλει νὰ πατήσει ὀγληγορα τὰ σοφολογιωτατίστικα, καὶ ἔπειτα ἀγκαλιασμένες καὶ οἱ δύο θέλει προχωρήσουν εἰς τὸν δρόμον τῆς δόξας, χωρὶς ποτὲ νὰ γυρίσουν ὀπίσω ἂν κανένας σοφολοιώτατος κρώζῃ, ἢ κανένας Τοῦρκος βαβίζῃ· διατὶ διὰ μὲ εἶναι ὅμοιοι καὶ οἱ δύο. (Διονύσιος Σολωμός, Διάλογος)

Ετυμολογία

πάρεξ < αρχαία ελληνική πάρεξ / παρέξ / παρέκ < παρά + ἐκ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →