Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάρθιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τους Πάρθους, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πάρθιος < αρχαία ελληνική Πάρθιος < Πάρθος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπάρθιοςπάρθιαπάρθιο
Γενικήπάρθιουπάρθιαςπάρθιου
Αιτιατικήπάρθιοπάρθιαπάρθιο
Κλητικήπάρθιεπάρθιαπάρθιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπάρθιοιπάρθιεςπάρθια
Γενικήπάρθιωνπάρθιωνπάρθιων
Αιτιατικήπάρθιουςπάρθιεςπάρθια
Κλητικήπάρθιοιπάρθιεςπάρθια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →