πάρωρα
•
- λογοτεχνικόόχι στην σωστή ή την συνήθη ώρα Βικιλεξικό
- Το γιοφύρι της Άρτας, δημοτικό
- «Ἂ δὲ στοιχειώσετε ἄνθρωπο, γιοφῦρι δὲ στεριώνει·
- καὶ μὴ στοιχειώσετε ὀρφανό, μὴ ξένο, μὴ διαβάτη,
- παρὰ τοῦ πρωτομάστορα τὴν ὅμορφη γυναῖκα,
- πὄρχεται ἀργὰ τ’ ἀποταχύ, καὶ πάρωρα τὸ γιόμα.»
Ετυμολογία
πάρωρα < ελληνιστική κοινή πάρωρα < πάρωρος < αρχαία ελληνική παρά + ὥρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →