πάσα
•
- λαϊκότροποη μεταβίβαση Βικιλεξικό
- ειδικότεραη μεταβίβαση της μπάλας σε συμπαίκτη, σύμφωνα με τους αντίστοιχους κανονισμούς για κάθε άθλημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πάσα < πασ(άρω) + κατάληξη θηλυκού -α (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάσα | πάσες |
| Γενική | πάσας | — |
| Αιτιατική | πάσα | πάσες |
| Κλητική | πάσα | πάσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →