Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάσα

/ˈpa.sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποη μεταβίβαση Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραη μεταβίβαση της μπάλας σε συμπαίκτη, σύμφωνα με τους αντίστοιχους κανονισμούς για κάθε άθλημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πάσα < πασ(άρω) + κατάληξη θηλυκού -α (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπάσαπάσες
Γενικήπάσας—
Αιτιατικήπάσαπάσες
Κλητικήπάσαπάσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πάσα

/ˈpa.sa/αντωνυμία
•
  1. λαϊκότροποκάθε Βικιλεξικό
  2. θηλυκό του πας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πάσα < πασαένας κατά το καθένας > κάθε ένας

Άλλοι τύποι

πάσαπάσαςπάσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →