πάση δυνάμει
•
- με όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις, με κάθε δυνατό τρόπο Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςμε όλη την ισχύ των μηχανών Βικιλεξικό
- πρόσω ολοταχώς πάση δυνάμει.
Ετυμολογία
πάση δυνάμει < (καθαρεύουσα) πάσῃ δυνάμει (δοτική ενικού του πᾶσα δύναμις) → δείτε τις λέξεις πάσα και δύναμη • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →