Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παστά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γαστρονομίατρόφιμα που τα έχουν παστώσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παστά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παστός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαστάπαστά
Γενική—παστών
Αιτιατική—παστά
Κλητική—παστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πάστα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. είδος αλοιφής ή άλλης εύπλαστης μάζας, που προκύπτει από την ανάμειξη διαφόρων υλικών και χρησιμοποιείται για ποικίλους σκοπούς Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάο χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή τα διάφορα (έμφυτα) χαρακτηριστικά του Βικιλεξικό
  3. γλυκόείδος γλυκού (συνήθως προϊόν ζαχαροπλαστικής) που αποτελείται κατά βάση από στρώσεις από παντεσπάνι ή σαβαγιάρ, κρέμα, σαντιγί κι άλλα υλικά (π.χ. φρούτα) κι απαντάται σε διάφορες παραλλαγές Βικιλεξικό
    • υποκοριστικά: παστάκι, παστούλα
  4. τρόφιμοζυμαρικά όπως μακαρόνια και άλλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πάστα < (άμεσο δάνειο) ιταλική pasta < υστερολατινική pasta < ελληνιστική κοινή παστά, ουδέτερο του παστός < αρχαία ελληνική πάσσω (αντιδάνειο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷeh₁t- (αναδεύω, κουνώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπάσταπάστες
Γενικήπάσταςπαστών
Αιτιατικήπάσταπάστες
Κλητικήπάσταπάστες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

παστά

επίρρημα
•
  1. σπάνιομε παστό τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παστά < παστός + -ά

Άλλοι τύποι

παστάπαστών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →