πάταγος
•
- δυνατός κρότος κυρίως από σύγκρουση ή σπάσιμο στερεών σωμάτων Βικιλεξικό
- μεταφορικάθετική ή αρνητική μεγάλη εντύπωση και αίσθηση που προκαλείται από κάποιο γεγονός Βικιλεξικό
- γενικότεραθόρυβος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πάταγος < αρχαία ελληνική πάταγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάταγος | πάταγοι |
| Γενική | πάταγου | πάταγων |
| Αιτιατική | πάταγο | πάταγους |
| Κλητική | πάταγε | πάταγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →