Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάτημα

/ˈpa.ti.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πατώ Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πατώ Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πατώ Βικιλεξικό
  4. ειδικότεραη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πατώ Βικιλεξικό
  5. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πατώ Βικιλεξικό
  6. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πατώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πάτημα < ελληνιστική κοινή πάτημα < αρχαία ελληνική πατέω / πατῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπάτημαπατήματα
Γενικήπατήματοςπατημάτων
Αιτιατικήπάτημαπατήματα
Κλητικήπάτημαπατήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →