πατριός
•
- οικογένειαο δεύτερος σύζυγος της μητέρας (όπως τον βλέπουν τα παιδιά από τον πρώτο γάμο) Βικιλεξικό
- Ο πατριός του ήταν συνομήλικος της μητέρας του, χήρος με δύο γιους (Χρίστος Κ. Χριστοδούλου, Μουσταφά Κεμάλ: ο βίος και η πολιτεία του στη Θεσσαλονίκη, εκδ. Εξάντας, 2007, σελ. 106)
Ετυμολογία
πατριός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πατρυιός με απλοποίηση < αρχαία ελληνική πατήρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατριός | πατριοί |
| Γενική | πατριού | πατριών |
| Αιτιατική | πατριό | πατριούς |
| Κλητική | πατριέ | πατριοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →