Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάτσι

/paˈt͡si/σύνδεσμος
•
  1. ιδιωματικόμήπως, μπας και Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πάτσι < (μπας και) μεσαιωνική ελληνική μήν πᾶς καί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πάτσι

/paˈt͡si/επίρρημα
•
  1. προφορικόισοπαλία, ίσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πάτσι < (άμεσο δάνειο) ιταλική pace (ειρήνη) < λατινική pax < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peh₂ǵ- / *peh₂ḱ-

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →