πάω γαμιώντας
•
- προφορικόπηγαίνω κάποιον με το ζόρι, χωρίς να θέλει Βικιλεξικό
- προφορικόπηγαίνω μετά χαράς Βικιλεξικό
- προφορικόπηγαίνω με το ζόρι, χωρίς να θέλω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πάω γαμιώντας < → δείτε τις λέξεις πάω και γαμιώντας
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →