πάω πάσο
•
- χαρτοπαιξίαδεν χρησιμοποιώ τη σειρά μου για να ποντάρω ή να κάνω άλλη ενέργεια η οποία μου δίνεται όταν έρθει η σειρά μου να παίξω Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαποδέχομαι κάτι χωρίς να φέρνω αντίρρηση Βικιλεξικό
- αν έχεις εσύ λεφτά να πληρώσεις τις ζημιές που μπορεί να γίνουν τότε εγώ πάω πάσο
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →