Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πέθαμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο θάνατος Βικιλεξικό
    • Η μάθηση της αρχαίας Ελληνικής είναι το πέθαμα της καθαρέβουσας, το τελειωτικό ζωντάνεμα της Νεοελληνικής
    • Ένοιωθα μόνο να με κυττάζει αντίκρυα η αρρώστεια μου, με τα γιαλένια της μάτια. Και τράβηξα για το σπίτι γοργά. Εκεί τότε θάλεγα: Μάνα, στρώσε μου. Και θάπεφτα στα σκουτιά κατακέφαλα. Δεν θες νάμουν κι εγώ για πέθαμα τέλειος και να μ' άφηναν εκείνοι οι αντίπαλοι σε κάνα πεδίο της μάχης;

Ετυμολογία

πέθαμα < πεθαίνω (αοριστικό θέμα πεθαν-) + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπέθαμα—
Γενική——
Αιτιατικήπέθαμα—
Κλητικήπέθαμα—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →