πέθαμα
•
- ο θάνατος Βικιλεξικό
- Η μάθηση της αρχαίας Ελληνικής είναι το πέθαμα της καθαρέβουσας, το τελειωτικό ζωντάνεμα της Νεοελληνικής
- Ένοιωθα μόνο να με κυττάζει αντίκρυα η αρρώστεια μου, με τα γιαλένια της μάτια. Και τράβηξα για το σπίτι γοργά. Εκεί τότε θάλεγα: Μάνα, στρώσε μου. Και θάπεφτα στα σκουτιά κατακέφαλα. Δεν θες νάμουν κι εγώ για πέθαμα τέλειος και να μ' άφηναν εκείνοι οι αντίπαλοι σε κάνα πεδίο της μάχης;
Ετυμολογία
πέθαμα < πεθαίνω (αοριστικό θέμα πεθαν-) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πέθαμα | — |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | πέθαμα | — |
| Κλητική | πέθαμα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →