πέλετ
•
- νεολογισμόςείδος καυσίμου που φτιάχνεται από συσσωματώματα ξύλου (πριονίδι, ξακρίδια κ.ά.) αλλά κι από βιομάζα και χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη σε ειδικές σόμπες ή καυστήρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πέλετ < αγγλική pellet < παλαιά γαλλική pelote < δημώδης λατινική *pilotta < λατινική pila (μπάλα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peys-
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →