πένταθλο
•
- αθλητισμόςαγώνισμα των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων που διαρκούσε μια μέρα και περιλάμβανε τα επιμέρους αγωνίσματα άλμα εις μήκος, ακοντισμό, δισκοβολία, στάδιον (αγώνας ταχύτητας) και πάλη Βικιλεξικό
- αθλητισμόςάθλημα των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων που περιλαμβάνει τα επιμέρους αγωνίσματα κολύμβηση, ιππασία (ποδηλασία από το 2024), ξιφασκία, σκοποβολή και τρέξιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πένταθλο < αρχαία ελληνική πένταθλον ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pentathlon ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική pentathlon)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πένταθλο | πένταθλα |
| Γενική | πένταθλου / πεντάθλου | πένταθλων / πεντάθλων |
| Αιτιατική | πένταθλο | πένταθλα |
| Κλητική | πένταθλο | πένταθλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →