πέντολο
•
- λογοτεχνικόεκκρεμές (ρολόι τοίχου, επιτραπέζιο ή επιδαπέδιο) Βικιλεξικό
- Άνεμος διαβατάρικος χαλά τις γρίλλιες. | Το πέντολο στις τρεις σημαίνει απ' το σκοτάδι.
Ετυμολογία
πέντολο < ιταλική pendolo (εκκρεμές) ή pendola (ρολόι τοίχου με εκκρεμές) < λατινική pendulus < pendere
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πέντολο | πέντολα |
| Γενική | πέντολου | πέντολων |
| Αιτιατική | πέντολο | πέντολα |
| Κλητική | πέντολο | πέντολα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →